Μπείτε σε οποιοδήποτε κατάστημα τροφίμων και πάρτε ένα συσκευασμένο προϊόν από το ράφι. Με την πρώτη ματιά, όλα φαίνονται σωστά: προσεγμένη αισθητική, εντυπωσιακά χρώματα και η ετικέτα γεμάτη πληροφορίες που, υποτίθεται ότι καθοδηγούν τον καταναλωτή. Κοιτάξτε όμως πιο προσεκτικά και θα διαπιστώσετε τα προβλήματα: ο κατάλογος των συστατικών είναι συρρικνωμένος σε ένα πυκνό μπλοκ κειμένου, ο πίνακας της διατροφικής δήλωσης είναι ένα πολύπλοκο πλέγμα με μικροσκοπικές πληροφορίες και οι αντιθέσεις των χρωμάτων συχνά δυσκολεύουν αντί να διευκολύνουν την ανάγνωση.

Αυτό δεν είναι ένα ασήμαντο ζήτημα. Είναι συστημικό πρόβλημα και βρίσκεται στο σημείο τομής μεταξύ κανονισμών, σχεδίασης και προτεραιοτήτων παραγωγής. Οι παραγωγοί συσκευασμένων τροφίμων συχνά υποτιμούν το κενό ανάμεσα στη συμμόρφωση στους κανονισμούς συσκευασίας και την ουσιαστική επικοινωνία με τον καταναλωτή.

Οι πληροφορίες είναι εκεί αλλά δεν είναι προσιτές

Οι σύγχρονες ετικέτες τροφίμων περιέχουν περισσότερες πληροφορίες από ποτέ. Οι κανονισμοί απαιτούν αναλυτικές λίστες συστατικών, δηλώσεις αλλεργιογόνων, διατροφικές τιμές, οδηγίες αποθήκευσης και πολλά ακόμη. Στις περισσότερες αγορές η νομοθεσία καθορίζει ακόμη και το ελάχιστο μέγεθος γραμματοσειράς. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι το ζήτημα της αναγνωσιμότητας έχει ήδη λυθεί. Στην πράξη όμως, αυτά τα ελάχιστα όρια λειτουργούν περισσότερο ως κατώφλια προς τα κάτω παρά ως εγγυήσεις ευκολίας πρόσβασης στις πληροφορίες. Το αποτέλεσμα είναι οι ετικέτες να είναι τυπικά σύμφωνες με τους κανονισμούς, αλλά λειτουργικά δυσπρόσιτες.

Έρευνες και μελέτες καταναλωτών δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό ετικετών είναι δύσκολο να διαβαστεί λόγω μικρού μεγέθους γραμμάτων, χαμηλής αντίθεσης χρωμάτων και πυκνής διάταξης των κειμένων. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της συσκευασίας. Ακόμη και σε μεγαλύτερες συσκευασίες, ο διαθέσιμος χώρος συχνά δεν αξιοποιείται για τη βελτίωση της αναγνωσιμότητας.

Το πρόβλημα της «συμπίεσης»

Με την εξέλιξη της νομοθεσίας για τις συσκευασίες, οι ετικέτες έχουν φορτωθεί με ολοένα και περισσότερες απαιτήσεις. Αυτό που κάποτε ήταν μια απλή επιφάνεια αναγνώρισης προϊόντος έχει μετατραπεί σε πυκνό πεδίο πληροφορίας. Οι κανονιστικές απαιτήσεις αυξάνονται, ενώ ταυτόχρονα τα τμήματα marketing ζητούν ισχυρότερη ορατότητα και αφήγηση για την ενίσχυση της εμπορικής του δυναμικής του προϊόντος. Παράλληλα, οι συσκευασίες συχνά μικραίνουν για λόγους κόστους και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Έτσι δημιουργείται ένα πρόβλημα «συμπίεσης»: περισσότερη πληροφορία σε λιγότερο χώρο. Και όταν η συμπίεση αυξάνεται, η αναγνωσιμότητα είναι συνήθως το πρώτο θύμα.

Η ψευδαίσθηση της αναγνωσιμότητας

Στη φάση της σχεδίασης μιας συσκευασίας αν το κείμενο μπορεί θεωρητικά να διαβαστεί υπό ιδανικές συνθήκες, συχνά θεωρείται επαρκές. Όμως οι πραγματικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές. Οι καταναλωτές διαβάζουν ετικέτες όρθιοι, εν κινήσει, με μεταβαλλόμενο φωτισμό και συχνά χωρίς τα κατάλληλα γυαλιά. Σε αυτές τις συνθήκες, τα ελάχιστα επιτρεπτά μεγέθη γραμματοσειράς σπάνια αρκούν.

Η αντίθεση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ανοιχτόχρωμο κείμενο σε ανοιχτόχρωμο φόντο ή γυαλιστερές επιφάνειες μπορούν να καταστήσουν το κείμενο δύσκολα αναγνώσιμο. Και η απόσταση μεταξύ των γραμμών και των γραμμάτων παίζει κρίσιμο ρόλο. Πυκνά μπλοκ κειμένου χωρίς επαρκή κενά προκαλούν οπτική σύγχυση και δυσκολεύουν την κατανόηση.

Είναι ζήτημα σχεδίασης, όχι μόνο κανονισμών

Είναι εύκολο να αποδοθεί το πρόβλημα αποκλειστικά στους κανονισμούς, διότι, πράγματι, οι απαιτήσεις είναι πολλές και ο χώρος στις συσκευασίες περιορισμένος. Όμως αυτό δεν εξηγεί πλήρως την κατάσταση. Η εμμονή στη χρήση μικρής γραμματοσειράς ακόμη και σε μεγαλύτερες συσκευασίες με αρκετό διαθέσιμο χώρο, δείχνει ότι είναι και ζήτημα επιλογών.

Σε πολλές περιπτώσεις, η ευκολία ανάγνωσης των πληροφοριών αντιμετωπίζεται ως περιορισμός και όχι ως στόχος της σχεδίασης. Ή εξετάζεται στο τέλος της διαδικασίας, όταν οι βασικές αποφάσεις για το marketing της συσκευασίας έχουν ήδη ληφθεί. Τότε, οποιαδήποτε βελτίωση εκλαμβάνεται ως «θυσία». Αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Η αναγνωσιμότητα δεν έρχεται σε σύγκρουση με το branding. Είναι βασικό στοιχείο της επικοινωνίας και, κατ’ επέκταση, της εικόνας και του αφηγήματος του brand.

Από την πλευρά του καταναλωτή: ενόχληση και εμπιστοσύνη

Για τον καταναλωτή, μια δυσανάγνωστη ετικέτα δεν είναι απλώς ενοχλητική. Δημιουργεί τριβές στη διαδικασία επιλογής. Όταν ένας καταναλωτής συγκρίνει προϊόντα στο ράφι, είναι πιο πιθανό να επιλέξει αυτό που κατανοεί ευκολότερα. Αν κανένα δεν είναι ευανάγνωστο, η απόφαση θα βασιστεί σε άλλους παράγοντες, όπως η τιμή ή η συνήθεια.

Η κακή αναγνωσιμότητα μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη. Όταν η πληροφορία φαίνεται «κρυμμένη», ο καταναλωτής μπορεί να υποψιαστεί έλλειψη διαφάνειας, ακόμα κι αν αυτό δεν ισχύει. Και όταν πρόκειται για αλλεργιογόνα ή διατροφικές πληροφορίες, το ζήτημα παύει να είναι απλώς θέμα ευκολίας. Γίνεται θέμα ασφάλειας.

Σχεδιάζοντας για έναν γηράσκοντα πληθυσμό

Οι δημογραφικές εξελίξεις καθιστούν το ζήτημα ακόμη πιο επιτακτικό. Καθώς ο πληθυσμός γερνά, η ικανότητα όρασης μειώνεται. Η εστίαση σε μικρό κείμενο είναι πιο δύσκολη και η επεξεργασία της πληροφορίας πιο αργή. Αυτό που είναι οριακά αναγνώσιμο για έναν νεότερο καταναλωτή, μπορεί να είναι εντελώς δυσανάγνωστο για έναν μεγαλύτερο. Η σχεδίαση για αναγνωσιμότητα δεν αφορά μια μικρή ομάδα καταναλωτών. Αφορά μια ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα της αγοράς.

Τι μπορεί να γίνει

Η βελτίωση της αναγνωσιμότητας στις συσκευασίες δεν απαιτεί απαραίτητα ριζικές αλλαγές στη σχεδίαση αλλά κυρίως επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων. Αντί να συμπιέζονται οι πληροφορίες στο περιθώριο των γραφιστικών στοιχείων, μπορεί να υπάρχει σαφής ιεράρχηση, καλύτερη απόσταση μεταξύ των στοιχείων και τυπογραφία που «αναπνέει». Η αναγνωσιμότητα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από την αρχή, μαζί με το branding και τις κανονιστικές απαιτήσεις. Όχι στο τέλος. Αυτό απαιτεί συνεργασία μεταξύ διαφορετικών ομάδων: σχεδίασης, marketing, κανονιστικής συμμόρφωσης και παραγωγής. Και κυρίως, απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας. Από το «πόσα μπορούμε να χωρέσουμε» στο «πόσο εύκολα μπορεί να διαβαστεί».

Για τους παραγωγούς, η αναγνωσιμότητα σπάνια αντιμετωπίζεται ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Κι όμως, μπορεί να είναι. Σε ένα περιβάλλον όπου οι καταναλωτές αποφασίζουν γρήγορα, η σαφήνεια ξεχωρίζει. Μια ευανάγνωστη ετικέτα μεταφέρει όχι μόνο πληροφορία αλλά και πρόθεση: διαφάνεια, σεβασμό, προσοχή στη λεπτομέρεια. Καθώς η σημασία που δίνεται στην ορθή διατροφή και στη διαφάνεια της διατροφικής πληροφορίας εντείνεται διεθνώς, γίνεται σαφές ότι η πληροφορία πρέπει όχι μόνο να υπάρχει αλλά και να είναι εύκολα προσβάσιμη.

Κλείνοντας το χάσμα

Η ετικέτα είναι ένα από τα πιο άμεσα σημεία επαφής μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή. Μεταφέρει πληροφορία αλλά και ευθύνη. Όταν αυτή η πληροφορία δεν μπορεί να διαβαστεί εύκολα, η σύνδεση διακόπτεται. Το να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα δεν απαιτεί κάποια επανάσταση. Απαιτεί πρόθεση, προσοχή και προτεραιοποίηση της σαφήνειας. Γιατί στο τέλος, μια ετικέτα που δεν διαβάζεται δεν είναι απλώς κακοσχεδιασμένη. Είναι αναποτελεσματική. Και σε μια αγορά όπου η εμπιστοσύνη και η διαφάνεια έχουν ολοένα μεγαλύτερη αξία, αυτό είναι ένα ρίσκο που λίγα brands μπορούν να αγνοήσουν.

 

Σχετικές μελέτες, εκθέσεις και άρθρα: