Επανεξετάζοντας τα «πράσινα» μηνύματα της ψηφιακής επικοινωνίας
Συνθήματα όπως «Go Green – Go Paperless» ή «Επιλέξτε ηλεκτρονικό λογαριασμό και βοηθήστε να σωθεί ένα δέντρο» είναι ισχυρά, απλά και καθησυχαστικά. Είναι όμως ειλικρινά; Ή, μήπως, απλοποιούν υπερβολικά μια πολύ πιο σύνθετη περιβαλλοντική πραγματικότητα; Στην καλύτερη περίπτωση, αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ελλιπείς, στη χειρότερη, πρόκειται για greenwashing.
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της επικοινωνίας δεν είναι μια επιλογή μεταξύ «κακού χαρτιού» και «καλής ψηφιακής λύσης». Το χαρτί έχει απτό αποτύπωμα: δέντρα, νερό, ενέργεια, χημικά, μεταφορές. Όμως και η ψηφιακή επικοινωνία κάθε άλλο παρά άυλη είναι. Τα κέντρα δεδομένων (data centers) καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, συχνά παραγόμενης από ορυκτά καύσιμα· οι συσκευές απαιτούν σπάνια μέταλλα, καταναλώνουν ενέργεια και δημιουργούν συνεχώς αυξανόμενα απόβλητα ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Ένα email που αποθηκεύεται επ’ αόριστον σε διακομιστές δεν είναι περιβαλλοντικά αθώο, ούτε και η υποδομή που το υποστηρίζει.
Όταν οι εταιρείες ισχυρίζονται ότι η μετάβαση στην ηλεκτρονική τιμολόγηση «σώζει ένα δέντρο», υπονοούν ένα άμεσο, αναλογικό περιβαλλοντικό όφελος που στην πραγματικότητα σπάνια υφίσταται. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η οριακή μείωση της χρήσης χαρτιού δεν οδηγεί σε λιγότερη υλοτομία, ιδίως όταν το χαρτί προέρχεται από πιστοποιημένα, βιώσιμα διαχειριζόμενα δάση. Έτσι, ο ισχυρισμός μετατρέπεται περισσότερο σε μια επίδειξη υποτιθέμενης ηθικότητας παρά σε μετρήσιμο περιβαλλοντικό αποτέλεσμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το χαρτί πρέπει να εξιδανικεύεται ή ότι οι ψηφιακές επιλογές είναι ανεπιθύμητες. Σημαίνει ότι το πλαίσιο της συζήτησης είναι πιο σύνθετο. Η δαιμονοποίηση του χαρτιού αγνοεί σημαντικές κοινωνικές πραγματικότητες. Πολλοί καταναλωτές εκτιμούν την έντυπη επικοινωνία για λόγους σαφήνειας, μονιμότητας, προσβασιμότητας ή εμπιστοσύνης. Εκατομμύρια άνθρωποι δεν διαθέτουν ψηφιακές δεξιότητες, αξιόπιστη πρόσβαση στο διαδίκτυο ή εμπιστοσύνη στις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Για αυτούς, το χαρτί δεν είναι μια νοσταλγική επιλογή· είναι πρακτική ανάγκη. Η αντιμετώπιση της χρήσης χαρτιού ως περιβαλλοντικά ανεύθυνης συμπεριφοράς ενέχει τον κίνδυνο να περιθωριοποιήσει αυτές τις ομάδες ανθρώπων και να μεταφέρει την ευθύνη από τις εταιρείες στους καταναλωτές.
Βιωσιμότητα δεν είναι η επιβολή ομοιόμορφης συμπεριφοράς μέσω ενός «πράσινου» συνθήματος. Είναι η δυνατότητα επιλογής κατόπιν ενημέρωσης, με διαφάνεια και αναλογικότητα. Η προσφορά της ηλεκτρονικής επικοινωνίας ως επιλογής είναι λογική. Η προώθησή της μέσω κινήτρων μπορεί επίσης να είναι θεμιτή. Ωστόσο, η ενοχοποίηση των καταναλωτών ή η χρήση απλουστευτικών περιβαλλοντικών ισχυρισμών δεν είναι.
Ένα πιο ειλικρινές μήνυμα θα ήταν πιο σταθμισμένο. Για παράδειγμα: «Επιλέξτε αυτό που σας εξυπηρετεί. Εμείς εργαζόμαστε για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος τόσο της έντυπης όσο και της ψηφιακής επικοινωνίας». Έτσι, το ζήτημα μετατοπίζεται από τις παραπλανητικές πρακτικές στην εταιρική ευθύνη, εκεί όπου δοκιμάζονται οι πραγματικές προθέσεις για περιβαλλοντικές βελτιώσεις.
Το να «γίνουμε πράσινοι» θα έπρεπε να σημαίνει να γίνουμε πιο υποψιασμένοι, όχι απλά να καταργήσουμε το χαρτί.